CLOSE CALL ['Σύριζα' in Greek] June 17, 2012

220394 CLOSE CALL    [Σύριζα in Greek]   June 17, 2012

The Greek elections result was announced to a morose electorate and jubilant ‘markets’. It is now becoming increasingly evident that horrors without end await the troubled population that is unable to decide on an end however horrible. Medical science teaches that the alternative to amputation is sepsis.

Students of modern history are advised to look beyond the last century into the events of the 18th century, when a ‘shot was heard ’round the world’. The era of royalty ruling by divine right confirmed by organized religion, was drained by internecine warfare and withered when challenged first by enraged colonists facing austerity and then by ‘sans culottes’ determined to end their miserable existence. The message was driven home in the Napoleonic wars that toppled royal houses and redrew the map of the world. Tsunami-like the ripples of these conflicts destroyed centuries-old empires and led to victorious  independence struggles in the Balkans, South America, the Middle-East, Asia, the Indian sub-continent, Africa and most recently Southeast Asia.

Fittingly, Tsou-en Lai, late foreign minister of the People’s Republic of China , when asked in the 1960′s on his opinion of the outcomes of the French revolution, responded that it is ‘too soon to tell’.

In our time, we are witnessing the implosion of a world order cobbled by Britain, Russia and the United States,  amidst  the ruins of huge global 20th century conflicts. Time proceeds relentlessly in its cyclical rhythms of  regeneration and destruction and now we once again enter a winter with Britain no longer great ,  Russia no longer soviet nor a union, and the United States experiencing the ravages of age and dissolute behavior.

Greece, the proverbial ‘canary in the coal mine’ has registered its message addressed to the proponents of  misguided financial ‘globalization’. The rumblings of Mount Vesuvius and the smoke plume from its  peak were long ignored by many in Pompeii …

Lacon Lykos

06.17.2012

 CLOSE CALL    [Σύριζα in Greek]   June 17, 2012

Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Günter Grass

Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Είσαι πολύ κοντά στο χάος, γιατί δε συμμορφώθηκες πλήρως στην αγορά
κι απομακρύνεσαι απ’ τη χώρα, που ήτανε κάποτε λίκνο για σένα.

Ό,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει
τώρα σαν κάτι περιττό αποβάλλεις και το πετάς μες στα σκουπίδια.

Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη
που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Στη φτώχια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του
τώρα στολίζει τα μουσεία: λάφυρα που έχεις τη φροντίδα Εσύ.

Κείνοι που χίμηξαν με την ορμή των όπλων στη χώρα την ευλογημένη με νησιά
στολή φορούσαν και κρατούσαν τον Χέλντερλιν μες στο γυλιό τους.

Καμιά ανοχή πλέον δε δείχνεις στη χώρα που οι συνταγματάρχες υπήρξαν σύμμαχοι ανεκτικοί.

Χώρα που ζει δίχως το δίκιο, μα με εξουσία που επιμένει πως έχοντας αυτή το δίκιο
ολοένα σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.

Σε πείσμα σου η Αντιγόνη μαυροφορεί – σ’ όλη τη χώρα
πενθοφορεί και ο λαός της που κάποτε σ’ είχε φιλοξενήσει.

Μα οι ακόλουθοι του Κροίσου έχουν στοιβάξει έξω απ’ τη χώρα,
στα θησαυροφυλάκιά σου, ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.

Πιες, επιτέλους, πιες κραυγάζουν επίτροποι σαν μαζορέττες
μα ο Σωκράτης σού επιστρέφει γεμάτο πίσω το ποτήρι.

Σύσσωμοι, ό,τι σου ανήκει, βαριά θα ρίξουν την κατάρα
θεοί, αφού η θέλησή σου ζητά ξεπούλημα του Ολύμπου.

Χωρίς του πνεύματος τροφή, τότε κι εσύ θα καταρρεύσεις
δίχως τη χώρα που ο νους της, Ευρώπη, εσένα έχει πλάσει.

(απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ευθυμιάδης – Σοφία Γεωργαλλίδη)
===================================================

H Επαχθής Κρίση – Fraudulent Conveyance

 H Επαχθής Κρίση   Fraudulent Conveyance

 

http://www.lifo.gr/mag/features/3197

 

Μια εξαιρετική ανάλυση του Ιάσωνα Μανωλόπουλου για το ‘Χρέος’ και την κρίση που αντιμετωπίζουμε.

Η θεραπεία πλέον οφθαλμοφανής:

  • Εξοστρακισμός
  • Επαναδιαπραγμάτευση
  • Εξοδος
  • Εργασία

Follow-up to ‘A Synopsis’ (05.17.2012)

http://www.prd.uth.gr/uploads/discussion_papers/2011/uth-prd-dp-2011-01_gr.pdf

Γιατί το πρόβλημα δεν λύνεται με δανεισμό , αλλά μόνο με δύσκολες (και διαρκώς αναβαλλόμενες) θεσμικές αποφάσεις.

Κατά τα όλλα, ‘ότι αρχίζει ωραία τελειώνει με πόνο…’

Η Μάχη της Κρήτης – Χθές και Σήμερα

20 Μαιου 1941

Τότε αλεξιπτωτιστές …σήμερα χρηματιστές

 Η Μάχη της Κρήτης   Χθές και Σήμερα

 

Η ιστορία της ανθρωπότητας σημαδεύεται από ορόσημα καθοριστικά στην πορεία της ανα τους αιώνες.

Μοίρα και αποστολή του Ελληνισμού να πραγματώνει τα ασύλληπτα, να δημιουργεί ορόσημα και να ανοίγει ελπιδοφόρους δρόμους για την ανθρωπότητα , στο πρότυπο του Προμηθέα.

Παράδειγμα σ΄αυτή την προσφορά η λεβεντογέννα Κρήτη, λίκνο της Ελλαδικής παρουσίας στην λεκάνη της Μεσογείου. Ο Μίνωας δημιουργός του πρώτου πολεμικού ναυτικού για την διασφάλιση του Αιγαίου. Μάνα του Μίνωα η Ευρώπη. Τεύκρος με Κρήτες αποίκους ο θεμελιωτής της Τροίας. Ιδομενέας ο βασιλιάς των Κρητών στην Ελληνική εκστρατεία των Ομηρικών επών.

Σταθερή η προσφορά της Κρήτης στην διατήρηση της Ελληνικής ταυτότητας ανά τους αιώνες, γνωρίζοντας Ρωμαίους , Βυζαντινούς, Αραβες, Φράγκους, Ενετούς, και Τούρκους. Σημαδιακή η συμμετοχή της Κρήτης σε όλους τους Νεοελληνικούς αγώνες για την διασφάλιση του εθνικού χώρου.

Χρυσή σελίδα σ’αυτή την προσφορά πρός το Εθνος η σημερινή γιορτή.

Η γιορτή που μας θυμίζει την γιγαντομαχία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μας παραδειγματίζει για τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο που βρίσκεται σε εξέλιξη.

20 Μαιου 1941 – Unternehmen Merkur – Επιχείρηση Ερμής – επίθεση εναντίον της Κρήτης από την αήττητη Wehrmacht στην πρώτη από αέρος επιχείρηση εισβολής της ιστορίας. 14000 αλεξιπτωτιστές, 15000 ορεινοί καταδρομείς, 280 βομβαρδιστικά, 150 Stukas, 180 πολεμικά αεροσκάφη, 500 μεταγωγικά, 80 ανεμόπλοια, 2700 Ιταλοί Διεύθυνση της επιχείρησης είχε ο στρατηγός των αλεξιπτωτιστών Kurt Student.

Αντιμέτωποι βρέθηκαν με 11000 Ελληνες των ενόπλων δυνάμεων, 15000 Βρεταννούς, 7000 Αυσραλούς, και 7000 Νεοζηλανδούς. Στις Ελληνικές δυνάμεις συμπεριλαμβάνοντο τμήματα της 5ης, 12ης και 20ης Μεραρχίας του Ελληνικού Στρατού, δυνάμεις χωροφυλακής, και η φρουρά της πόλης του Ηρακλείου. Διοικητής ο Νεοζηλανδός στρατηγός Bernard Freyberg.

Στην αναμέτρηση κρίσιμο ρόλο έπαιξαν και οι Βρεταννικές υπηρεσίες πληροφοριών με χρησιμοποίηση για πρώτη φορά αποκρυπτογραφημένων μηνυμάτων που μετέδιδαν οι Γερμανοί με την υποτιθέμενα απόλυτα ασφαλή συσκευή Enigma.

Ακόμη πιό κρίσιμο ρόλο όμως στην υπεράσπιση της Κρήτης έπαιξε η άνευ προηγουμένου (και επομένου) συμμετοχή του πληθυσμού της νήσου, ανδρες , γυναίκες, παιδιά, κλήρος στις μάχες.

Στις 8 πμ σαν σήμερα, πριν 71 χρόνια, οι επίλεκτοι των Γερμανικών δυνάμεων πέφτουν με αλεξίπωτα πάνω από το αεροδρόμιο Maleme κοντά στα Χανιά. Διαταγή του Fuehrer να χρησιμοποιηθούν οι αεροπορία και δυνάμεις αερομεταφερόμενες και οι επιχειρήσεις στην Κρήτη να λήξουν οπωσδήποτε πριν το τέλος του μήνα για να μήν καθυστερήση η σχεδιαζόμενη επιχείρηση Barbarossa ενατίον της Σοβιετικής Ενωσης. Στις 4:15 το απόγευμα ρίψεις αλεξιπτωτιστών στο Ρέθυμνο και στις 5:30 μμ στο Ηράκλειο.

Οι μάχες λυσσώδεις με συμμετοχή όλου του πληθυσμού. Μάχες στην ξηρά και στην θάλασσα με προσπάθειες απόβασης των αντίπαλων δυνάμεων.

Από τις 28 – 31 Μαιου με πράξεις αυτοθυσίας παραγματοποείται η αποχώρηση του Βασιλέα Γεωργίου και πολλών συμμαχικών δυνάμεων από τα νότια παράλια της Κρήτης για την Βρεταννοκρατουμενη Αίγυπτο.

10 μέρες φρικτής αναμέτρησης για να επικρατήση ο κατακτητής. Τελικός απολογισμός 7000 Γερμανοί νεκροί και τραυματίες, 370 Γερμανικά αεροσκάφη κατεστραμμένα. Luftlandesschlacht um Kreta χαράσσεται στην γερμανική συνείδηση με πύρινα γράμματα.

Για τους Συμμάχους 7000 νεκροί και τραυματίες και 17000 αιχμάλωτοι. Τουλάχιστον 1250 Κρητικοί πολίτες νεκροί και αρχή αντιποίνων.

Πύρρειος Νίκη για τον Αξονα η κατάληψη της νήσου. Νέα Σαλαμίνα η Κρήτη σε συμπλήρωση των νεων Θερμοπυλών της Πίνδου. Και όπως περιγράφει τα τεχθέντα ο Αισχύλος στους ‘Πέρσες’, έτσι 2000 χρόνια αργότερα ένας νέος επίδοξος κοσμοκράτορας τριγυρνάει άγρυπνος στις κολοσσιαίες αίθουσες της ‘αυτοκρατορικής’ Καγκελλαρίας του Νέου Ραιχ στο Βερολίνο με Ερινύες να φαντάζουν και τα λόγια του Δαρείου να ηχούν ‘

ΦΑΝΤΑΣΜΑ:
Να μην εκστρατεύσετε στην Ελλάδα. Ποτέ. Μήτε κι αν είναι ο στρατός μεγαλύτερος. Η ίδια η γη τους τους βοηθάει τους Έλληνες.

ΧΟΡΟΣ:
Με ποιο τρόπο; Πως;

ΦΑΝΤΑΣΜΑ:
Η πείνα διώχνει τους περίσσιους.

ΧΟΡΟΣ:
Θα στείλουμε στρατό διαλεχτό.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ:
Δε θα γυρίσει ούτε αυτός που απόμεινε.

ΧΟΡΟΣ:
Τι ; …

ΦΑΝΤΑΣΜΑ:
Αν πιστέψει κανείς στις θείες μαντείες. Αν δει ό,τι έγινε… Θα καταλάβει ότι λίγοι θα φτάσουν. … γραφτό τους είναι να πάθουν τα έσχατα. Να πληρώσουν την Ύβρη τους. Που εκστράτευσαν στην Ελλάδα. Και ανέβησαν. Σύλησαν. Έκαψαν ναούς. Βωμούς και αγάλματα θεών απ’ το βάθρο τους τα γκρέμισαν, πέτρες τα έκαναν στο χώμα. Γι’ αυτό έπαθαν όσα έπαθαν.
Και άλλα θα πάθουν. Το βάθος της συμφοράς ανεβαίνει. Δε φάνηκε ακόμα. Στο αίμα θα κολυμπήσει η γη …από λόγχες Δωριέων. Στοίβες νεκρών άφωνες θα δείχνουν στους αιώνες να μη περνά το μέτρο η έπαρση του θνητού. Όταν ανθίζει η έπαρση καρπίζει στάχυ θυμού. Συμφορά εσοδεύει. Αυτή είναι η πληρωμή.

Και να θυμάστε …την Ελλάδα. Να μην καταφρονεί κανένας όσα έχει. Να μη ποθεί τα ξένα και σκορπά τους σωρούς των δικών του. Τη μεγάλη περηφάνεια τσακίζει βαρύς δικαιοκρίτης ο Δίας. … Ότι τυφλώνει το θράσος και καταστρέφει το μυαλό. …

Εγώ πάω πάλι στο σκοτάδι.

 Η Μάχη της Κρήτης   Χθές και Σήμερα

ΙΘάκη…ουαί

2 ΙΘάκη...ουαί

ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

ΜΝΗΣΤΗΡΟΚΤΟΝΙΑ

(Μετάφραση Χάρη Φουνταλή)

http://www.foundalis.com/lan/c/Homer_Odyssey_translation_in_verse_Modern_Greek.html

Ρ Α Ψ Ω Δ Ι Α   Χ (22)

Πέταξε πια τα ράκη-του, ο τρίξυπνος Δυσσέας,
και στο κατώφλι πήδησε, με τόξο και φαρέτρα
γεμάτη βέλη· τότ’ ευθύς, σκόρπισε τις σαΐτες
σιμά μπροστά στα πόδια-του, και στους μνηστήρες είπε:
«Αυτός ο αγώνας ο πικρός έχει πια λάβει τέλος.
Τώρα πια στόχον άλλονε, που άντρας δεν έχει βάλει,
θε να πετύχω αν μου δοθεί τ’ Απόλλωνα η χάρη.»

Βέλος πετά φαρμακερό, πράγματι, στον Αντίνο,
που ετοιμαζόταν όμορφο κύπελλο να σηκώσει,
με δυο χερούλια και χρυσό· στα χέρια το κρατούσε,
κρασί ποθώντας για να πιει· φόνος από το νου-του
δεν του περνούσε· άλλωστε, ποιος να το φανταζόταν
πως μόνος-του ο Οδυσσεύς — κι ας ήταν και λιοντάρι —
θα του ’στελνε θανατικό, κακό, και μαύρη μοίρα;
Προς το λαιμό τον στόχευσε το βέλος τ’ Οδυσσέα·
τον τρύπησε και πρόβαλε απ’ τον αυχένα η μύτη.
Εκείνος έγειρ’ απ’ τη μια, και του ’φυγ’ απ’ το χέρι
το κύπελλο· ξεπήδησε ρυάκι απ’ τα ρουθούνια
αίμα ανθρώπινο· ευθύς, έσπρωξε το τραπέζι
χτυπώντας με το πόδι-του· στη γη φαγιά χυθήκαν·
ψωμιά, ψητά, κρεατικά, βρομίστηκαν. Βογγήξαν
τότ’ οι μνηστήρες καταγής πεσμένον σαν τον είδαν·
πετάχτηκαν απ’ τα θρονιά στη σάλα αλαφιασμένοι,
ταχιά κοιτώντας τους ψηλούς, καλοχτισμένους τοίχους,
μα ούτ’ ασπίδα είχ’ εκεί, ούτε γερό κοντάρι.
Και του Δυσσέα όλ’ οργή, λεν λόγια χολωμένα:

«Ξένε, μεγάλο λάθος-σου που τόξευσες ανθρώπους!
Τέρμα οι αγώνες! Τρομερός θα είν’ ο θάνατός σου.
Αυτός που στέρησες το φως ήτανε παλικάρι
πρώτο στο Θιάκι· τώρα εσέ, οι γύπες θα σε φάνε!»

Νομίσαν πως ο Οδυσσεύς εστόχευσ’ άθελά του
τον άντρα και τον σκότωσε· κουτοί! — δεν καταλάβαν
πως και για κείνους όλους-τους είχ’ έρθει ο χαμός-τους.
Τους κάρφωσε με μια ματιά, κι αντέτειν’ ο Δυσσέας:

«Σκυλιά! Δεν φανταζόσασταν στο σπίτι να γυρίσω
από της Τροίας τις μεριές· μου φάγατε το βιος-μου!
Με τις γυναίκες του σπιτιού κοιμάστε κι αν δεν θέλουν,
και ζω μα μου φλερτάρατε κρυφά και τη γυναίκα!
Θεούς δεν φοβηθήκατε, στους ουρανούς που κρίνουν,
ούτε ανθρώπων την οργή, πως θα σας κυνηγήσει.
Τώρα για σας πια έφτασε το τέλος της ζωής-σας!»

Έτσ’ είπε· και τους έλουσε κρύος ιδρώτας κείνους·
κοιτούσανε δεξά-ζερβά το τέλος ν’ αποφύγουν.
Και μόνος ο Ευρύμαχος εγύρισε και του ’πε:

«Αν ο Δυσσέας του Θιακιού είσαι που έχεις έρθει,
όλ’ όσα είπες είν’ σωστά, που οι Αχαιοί σου κάναν:
πολλά στο μέγαρο δεινά, πολλά και στα χωράφια.
Μα τώρα κείται πια νεκρός ο αίτιος των όλων·
γιατί αυτός σχεδίασε τα έργα: ο Αντίνος.
Γάμο δεν χρειαζότανε — δεν το ’θελε δα τόσο —
μα άλλα είχε κατά νου, π’ αρνήθηκε ο Δίας:
να γίνει κύρης του λαού της όμορφης Ιθάκης
ο ίδιος-του, σκοτώνοντας σ’ ενέδρα το παιδί-σου.
Μα η μοίρα πια τον τέλειωσε· σπλαχνίσου το λαό-σου.
Εμείς θα επανορθώσουμε δημόσια: σου γυρνάμε
όλα όσα σου φάγαμε κ’ ήπιαμε στο παλάτι,
φέρνοντας ο καθένας-μας μια εικοσάδα βόδια,
και μπρούντζο, αλλά και χρυσό, ωσότου η καρδιά-σου
να γιάνει· πριν την ώρ’ αυτή, η οργή-σου θα ’ναι δίκια.»

Τον κάρφωσε με μια ματιά, κι αντέτειν’ ο Δυσσέας:
«Ευρύμαχε, κι αν δίνατε όλα τα πατρικά-σας,
κι αυτά που τώρα έχετε, μα κι όσα θ’ αποκτήστε,
ούτ’ όλ’ αυτά δεν σταματούν τα χέρια-μου απ’ το φόνο
πριν των μνηστήρων πληρωθεί η κάθε αμαρτία.
Τώρα σας μένει ή σ’ εμέ ενάντια να παλέψτε,
ή φύγετε, να μη σας βρει ο θάνατος κι η μοίρα·
μα σ’ όποιον μείνει οδυνηρό υπόσχομαι το τέλος.»

Έτσ’ είπε, και τους λύθηκαν τα γόνατα· το θάρρος
τους άφησε· μα πάλ’ ευθύς, ο Ευρύμαχος τους είπε:

«Φίλοι, αυτός δεν συγκρατεί τ’ ανίκητά του χέρια,
μ’ αφού το τόξο το στιλπνό έπιασε, και φαρέτρα,
θα μας τοξεύσει απ’ αυτό, το λείο το κατώφλι,
ως να σκοτώσει όλους-μας· χαρείτ’ όμως τη μάχη!
Τα ξίφη βγάλτε, κάνετε ασπίδες τα τραπέζια
στα βέλη τα θανατερά· κι όλοι να επιτεθούμε
σ’ αυτόν, μήπως τον διώξουμε ’πο θύρα και κατώφλι,
κι αφού στην πόλη έρθουμε, αχός πολύς ας γίνει·
ώστε ο άντρας τούτος δω στερνό να στείλει βέλος.»

Αυτά λέγοντας τράβηξε το αιχμηρό-του ξίφος,
το χάλκινο, το δίκοπο, και τ’ όρμηξε με άλμα,
και με μια φοβερή κραυγή· μ’ αμέσως ο Δυσσέας
σαΐτα στέλνει και χτυπά το στέρνο-του στο στήθος,
και στο συκώτι μπήγεται το βέλος· απ’ τα χέρια
χάμω του πέφτει το σπαθί, και γύρω απ’ το τραπέζι
πεσμένος κουλουριάζεται· στη γη φαγιά βρεθήκαν
και κύπελλα διχέρουλα· το μέτωπο στο χώμα
ψυχομαχώντας χτύπησε, και με τα δυο-του πόδια
τίναξε πέρα το θρονί· στα μάτια-του ήρθε σκότος.

Τότ’ ήρθε ο Αμφίνομος στον ξακουστό Δυσσέα
ενάντια — και μυτερό είχε τραβήξει ξίφος —
να τον πετάξει έξωθε του παλατιού. Μα φτάνει
πίσω-του ο Τηλέμαχος· χάλκινο ρίχνει δόρυ
ανάμεσα στους ώμους-του, που διαπερνά το στήθος·
με γδούπο έπεσε στη γη, στο μέτωπο χτυπώντας.
Τραβήχτηκ’ ο Τηλέμαχος, αφήνοντας τη λόγχη
στο σώμα του Αμφίνομου· μη κάποιος απ’ τους άλλους,
όσο αυτός θα προσπαθεί το δόρυ να τραβήξει,
τον σημαδέψει με σπαθί, ή μπρούμυτα χτυπήσει.
Γρήγορα τότες έτρεξε κ’ έφτασε στον πατέρα,
και δίπλα-του όντας του ’λεγε με λόγια φτερωμένα:

«Πατέρα θα σου φέρω εγώ ασπίδα και δυο λόγχες
και κράνος ολοχάλκινο, π’ αρμόζει στους κροτάφους,
κ’ εγώ και ο χοιροβοσκός με βέλη θα οπλιστούμε,
το ίδιο κι ο βοδοβοσκός· τι κάλλιο να ’χουμ’ όπλα.»

Γυρνά τότ’ ο πολύβουλος Δυσσέας και του κρένει:
«Γρήγορα φέρ’-τα όσο εγώ αμύνομαι με βέλη,
πριν έξω να μ’ ωθήσουνε, μόνος-μου καθώς είμαι.»

Έτσ’ είπε· κι ο Τηλέμαχος άκουσε το γονιό-του,
και πήγε προς το θάλαμο με τα πανώρια όπλα,
απ’ όπου ασπίδες τέσσερις κι οκτώ δόρατα πήρε,
και κράνη τέσσερα χαλκιά, μ’ αλόγου δασειά τρίχα·
τα πήρ’ αυτά και γρήγορα γύρισε στο γονιό-του.
Κ’ εκείνος την αρματωσιά τη φόρεσε στο σώμα,
το ίδιο και οι δυο βοηθοί — βάλαν τα ωραία όπλα,
και στάθηκαν δεξά-ζερβά του συνετού Δυσσέα.

Κι αυτός όσο τα βέλη-του τα είχε γι’ άμυνά του,
τόσο μέσ’ στο παλάτι-του σημάδευ’ έναν-έναν
και τους μνηστήρες έριχνε· κ’ εκείνοι σωρός πέφταν.
Μα σαν τα βέλη λείψανε στον άντρα τον τοξότη,
το τόξο-του στο κούφωμα της πόρτας του μεγάρου
τ’ ακούμπησε και το ’στησε στο στραφτερό τον τοίχο·
ασπίδα τετραδέρματη τότ’ έβαλε στους ώμους,
και στ’ όμορφο κεφάλι-του μια περικεφαλαία,
με τρίχα αλόγου, φοβερή, καθώς την εκουνούσε·
άρπαξε και δυο δόρατα, που χάλκιν’ είχαν μύτη.

Ένα πορτάκι είχ’ εκεί, στον όμορφο τον τοίχο,
που στο παλάτι το τρανό, στου κατωφλιού το τέλος
σε πέρασμα οδήγαγε, κλεισμένο με σανίδες.
Αυτό ’φραξε ο Οδυσσεύς με το χοιροβοσκό-του
να στέκεται φρουρός εκεί, μην έρθουν ένας-ένας.
Και μίλησ’ ο Αγέλαος, να τον ακούσουν όλοι:

«Ω φίλοι-μου, δεν θ’ ανεβεί κανείς ως το πορτάκι
να πα να πει στον κόσμο-μας, γρήγορα να κινήσουν;
Τότε κι ο άντρας τούτος ’δώ θα πάψει να τοξεύει.»

Και γύρισ’ ο γιδοβοσκός Μελάνθιος και του ’πε:
«Αγέλαε, θεάρεστε, πάρα πολύ κοντά ’ναι
η πόρτα τούτη στην αυλή· στενό το πέρασμά της·
κ’ ένας ενάντια σ’ όλους-μας γενναίος την κρατάει.
Μα έλα· θα σας φέρω εγώ όπλα ν’ αρματωθείτε,
από το θάλαμο· εκεί, νομίζω, κι αλλού όχι,
τα όπλα έκρυψ’ ο Δυσσεύς, κι ο ξακουστός ο γιος-του.»

Έτσ’ είπε ο γιδοβοσκός Μελάνθιος κι ανέβη
απ’ του μεγάρου τα σκαλιά στο άντρο του Δυσσέα.
Δώδεκ’ ασπίδες ξέσυρε, και άλλες τόσες λόγχες
και τόσα κράνη χάλκινα μ’ αλόγου δασειά τρίχα·
τα πήρ’ αυτά και τα ’φερε γρήγορα στους μνηστήρες.
Τότ’ ο Δυσσέας τα ’χασε· τα γόνατα λυθήκαν,
σαν είδε πως οπλίστηκαν και πως στα χέρια λόγχες
μακρές κραδαίνανε· βουνό του φάνηκε το έργο.
Μα προς τον γιο-του είπ’ ευθύς με λόγια φτερωμένα:

«Τηλέμαχέ μου σίγουρα του παλατιού γυναίκα
ή ο Μελάνθιος σ’ εμάς τους δυο ’τοιμάζει μάχη.»

Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απολογήθη κ’ είπε:
«Πατέρα, εγώ λάθεψα, και όχι κανείς άλλος,
που του θαλάμου το πορτί, που ’ταν γερά κλεισμένο,
το άφησα ολάνοιχτο· κάλλιο φρουρό αυτοί ’χαν.
Μα πήγαινε συ Εύμαιε στη θύρα του θαλάμου
και σφάλισέ τη, βλέποντας γυναίκα τούτ’ αν κάνει,
ή του Δολίου ο Μελανθεύς — που αυτός είναι νομίζω.»

Καθώς αυτά μιλούσανε τα λόγια μεταξύ-τους,
ανέβηκε ο Μελάνθιος στο θάλαμο και πάλι
να πάρει όπλα όμορφα. Τον είδ’ ο χοιροτρόφος,
και του Δυσσέα είπ’ ευθύς, που ήτανε κοντά-του:

«Γιε του Λαέρτη διόθρεφτε, πανούργε Οδυσσέα,
νά πάλι ο άντρας ο κρυφός, που υποπτευόμαστ’ όλοι,
πηγαίνει προς το θάλαμο· μ’ αλάθητα συ πε-μου,
να τον σκοτώσω άραγε, γερότερός του αν είμαι,
ή να σ’ τον φέρω τώρα εδώ, κρίματα να πληρώσει
πολλά, εκείνα που ’κανε στο ίδιο-σου το σπίτι.»

Και γύρισ’ ο πολύβουλος Δυσσέας και του είπε:
«Εγώ και ο Τηλέμαχος, τους ευγενείς μνηστήρες,
’δώ μέσα θα κρατήσουμε, όσο και να πασχίζουν.
Οι δυο-σας να του στρίψετε τα πόδια και τα χέρια·
ρίχτε-τον μέσ’ στο θάλαμο, δεμένο σε σανίδες
στη ράχη-του· και με σκοινί στριφτό κρεμάσετέ τον
απ’ την κολώνα την ψηλή ως τις δοκούς της στέγης,
ώστ’ έτσι όντας ζωντανός, πολύ να υποφέρει.»

Έτσ’ είπε, και τον άκουσαν αυτοί, και τον προσέξαν·
πήγαν στο θάλαμο, εκεί, κρυφά που ο άλλος ήταν.
Έψαχν’ εκείνος οπλισμούς στα βάθη του θαλάμου,
κ’ οι δυο-τους τον καρτέραγαν στης θύρας τις κολώνες.
Και μόλις ο Μελάνθιος εβγήκε στο κατώφλι,
βαστώντας στο ’να χέρι-του ένα ώραίο κράνος,
και στ’ άλλο ασπίδα, μα παλιά, δροσιά πασπαλισμένη,
που ο Λαέρτης ήρωας στα νιάτα-του φορούσε,
και από τότε κείτονταν με τις ραφές λυμένες,
τότε οι δυο τον άρπαξαν· απ’ τα μαλλιά τον πιάσαν,
κ’ ενώ καρδιοχτυπούσε αυτός, στο δάπεδο τον ρίξαν,
τον δέσαν χειροπόδαρα σ’ επώδυνη μια στάση,
με τους δεσμούς στην πλάτη-του, ως ακριβώς τους είπε
ο του Λαέρτη μέγας γιος, ο ανθεκτικός Δυσσέας.
Απ’ τους δεσμούς μ’ ένα σχοινί στριφτό τον εκρεμάσαν
απ’ την κολώνα την ψηλή ως τις δοκούς της στέγης.
Και σκωπτικά συ Εύμαιε χοιροβοσκέ του είπες:

«Εδώ λοιπόν φύλα σκοπιά, Μελάνθιε, τη νύχτα,
σ’ ένα κρεβάτι μαλακό, έτσ’ όπως σου αρμόζει·
κι ούτ’ η αυγούλα που έρχεται απ’ ωκεάνειες στράτες
θα σε προσέξει στο χρυσό θρονί-της καθώς φέρνεις
κατσίκια στους μνηστήρες-μας να κάνουν φαγοπότια.»

Έτσι αφέθηκε αυτός, οδυνηρά δεμένος·
κι οι δυο φορέσαν τ’ άρματα, σφαλίσανε την πόρτα,
και στο Δυσσέα πήγανε, το συνετό, τον ξύπνιο.
Εκεί σταθήκαν όλ’ οργή, τέσσερις στο κατώφλι,
μα οι άλλοι μέσ’ στο μέγαρο πολλοί ’σαν και γενναίοι.
Κοντά-τους τότ’ η Αθηνά του Δία η κόρη ήρθε,
μοιάζοντας με το Μέντορα στην όψη και στο λόγο.
Τότ’ ο Δυσσέας χάρηκε, αφού την είδε, κ’ είπε:

«Μέντορα, διώξε το κακό, θυμήσου-με το φίλο,
που σου ’κανα πολλά καλά, κ’ έχουμε ίδια χρόνια.»

Είπε· πως είναι, ξέροντας, η Αθηνά-προστάτις.
Ομοψυχία ζήταγαν στο μέγαρο οι μνηστήρες·
και του Δαμάστορα ο γιος, ο Αγέλαος της είπε:

«Μέντορα μη σε ξεγελούν τα λόγια τ’ Οδυσσέα
για ν’ αμυνθείς μαζί μ’ αυτόν ενάντια στους μνηστήρες.
Γιατί νά πώς εγώ φρονώ το στόχο-μας θα βρούμε:
όταν αυτούς σκοτώσουμε, το γιο και τον πατέρα,
μετά κ’ εσύ θε να χαθείς, μ’ αυτά που θες να κάνεις
’δώ μέσα· σε αντάλλαγμα, την κεφαλή θα δώσεις.
Κι όταν τη δύναμη κακού σας πάρουν τα σπαθιά-μας,
όλα-σου τα υπάρχοντα, τα μέσα και τα έξω,
με τ’ Οδυσσέα θα σμιχτούν· και ούτε και τους γιους-σου
στο σπίτι-σου θ’ αφήσουμε να ζουν, ούτε τις κόρες,
ή την πιστή γυναίκα-σου στην πόλη να γυρίζει.»

Έτσ’ είπε· και η Αθηνά κατάκαρδα χολώθη,
και το Δυσσέα μάλωσε με λόγια θυμωμένα:

«Ούτε ισχύς πια σου ’μεινε, Δυσσέα, ούτε σθένος,
που είχες για την ευγενή, την ασπροχέρα Ελένη,
όταν τους Τρώες συνεχώς εννιά μαχόσουν χρόνια,
κι άνδρες πολλούς εσκότωσες σε τρομερούς πολέμους,
και με δική-σου συμβουλή αλώθηκε η Τροία.
Πώς τώρα δα που έφτασες στο σπίτι, στους δικούς-σου,
κλαις που θα πρέπει να φανείς γενναίος στους μνηστήρες;
Μα έλα φίλε-μου εδώ, στο πλάι-μου και δες-με
στα δύσκολα, μέσ’ στους εχθρούς, ώσπου να καταλάβεις
πώς ξεπληρώνει χρέη-του ο Μέντωρ του Αλκίμου.»

Είπε, μα δεν του έδωσε τελειωτικά τη νίκη,
αλλά το σθένος, την ισχύ, δοκίμαζε ακόμα,
καί του Θιακίσιου βασιλιά, καί του τρανού του γιου-του.
Στου καπνισμένου μέγαρου, πά’ στη δοκό της στέγης
πετάχτηκε και κάθισε, μοιάζοντας χελιδόνα.

Ο Αγέλαος του Δαμάστορα εμψύχωνε τους άλλους,
το ίδιο κι ο Ευρύνομος, μαζί κι ο Αμφιμέδων,
ο Πείσανδρος, ο συνετός Πόλυβος Πολυκτόρου,
κι ο Δημοπτόλεμος· αυτοί ήσαν οι πιο γενναίοι
απ’ όσους ζούσαν, κ’ έδιναν τη μάχη της ζωής-τους·
κι άλλους το τόξο σκότωσε και τα πυκνά τα βέλη.
Είπε λοιπόν ο Αγέλαος, προς όλους για ν’ ακούσουν:

«Κούρασ’ ο άντρας, φίλοι-μου, τ’ ανίκητά του χέρια·
κι αφού ο Μέντωρ έφυγε, κενές ευχές σκορπώντας,
αυτοί εγκαταλείφθηκαν στην ξώπορτα μονάχοι.
Τώρα μή ρίχνετ’ όλοι-σας τις μακριές-σας λόγχες,
μα πρώτα ρίξτ’ οι έξι εσείς, κι άμα το θέλει ο Δίας
θα χτυπηθεί ο Οδυσσεύς, σ’ εμάς φέρνοντας δόξα.
Για τους λοιπούς μη νοιάζεστε όταν πια πέσει ’κείνος.»

Έτσ’ είπε· κι όπως πρόσταξε τα δόρατ’ ακοντίσαν
με θάρρος· όμως όλα-τους τ’ αχρήστευσε η Αθήνη:
άλλος κολώνα χτύπησε του στιβαρού μεγάρου,
άλλος τη θύρα τη γερή, την καλοδουλεμένη,
κι άλλου στον τοίχο βάρεσε τ’ ολόχαλκο το δόρυ.
Σαν είδε πως απέφυγαν τις λόγχες των μνηστήρων,
μ’ αυτά τα λόγια μίλησε ο ανθεκτικός Δυσσέας:

«Φίλοι, ας πω τώρα κ’ εγώ σ’ εμάς όλους αμέσως
τ’ ακόντια να ρίξουμε στον όχλο των μνηστήρων,
που θέλουν να μας σφάξουνε, μαζί μ’ όλα που κάναν.»

Έτσ’ είπε κι όλοι ακόντισαν τις μυτερές-τους λόγχες
απέναντι στοχεύοντας· και πέτυχε ο Δυσσέας
το Δημοπτόλεμο· κ’ ευθύς, τον Ευρυάδη ο γιος-του·
τον Έλατο ο χοιροβοσκός· τον Πείσανδρο ο βουκόλος.
Όλοι-τους πέσαν· κάρφωσαν τα δόντια-τους στο χώμα,
και οι μνηστήρες κρύφτηκαν στο βάθος του μεγάρου·
απ’ τους νεκρούς τότε αυτοί πήραν τα δόρατά τους.

Πάλ’ οι μνηστήρες πέταξαν τα μυτερά-τους δόρια
με θάρρος· μα τα πιο πολλά τ’ αχρήστευσε η Αθήνη.
Άλλος κολώνα χτύπησε του στιβαρού μεγάρου,
άλλος τη θύρα τη γερή, την καλοδουλεμένη,
κι άλλου στον τοίχο βάρεσε τ’ ολόχαλκο το δόρυ.
Ο Αμφιμέδων τον καρπό χτυπά του Τηλεμάχου
ξυστά· το δέρμα του χεριού πλήγωσε το κοντάρι.
Ο Κτήσιππος τον Εύμαιο επάνω απ’ την ασπίδα
στον ώμο τον γρατσούνισε, κ’ η λόγχη έπεσε πέρα.
Μα πάλι αυτοί δεξά-ζερβά του συνετού Δυσσέα
εκτόξευσαν τα δόρατα προς όλους τους μνηστήρες.
Τον Ευρυδάμα χτύπησε ο πορθητής Δυσσέας,
ο γιος τον Αμφιμέδοντα, τον Πόλυβο ο συβώτης·
τον Κτήσιππο με μια φωνή ο άντρας ο βουκόλος
τον χτύπησε κατάστηθα, και νά πώς του καυχήθη:

«Ε συ του Πολυθέρση γιε, που σ’ άρεζαν οι ύβρεις,
ποτέ πια απερίσκεπτα μην πεις μεγάλα λόγια,
μα άσ’-τ’ αυτά για τους θεούς, μια που ’ν’ ανώτεροί σου.
Πάρ’ τώρα δώρο στην κλωτσιά που ’δωσες τις προάλλες
στον Οδυσσέα σαν αυτός ζητιάνευε ’δώ πέρα.»

Είπ’ ο βοσκός στρεψίκερων βοδιών· κι ο Οδυσσέας
χτύπησε του Δαμάστορα το γιο με μακρύ δόρυ.
Τον Λειώκριτο του Ευήνορα ο Τηλέμαχος με λόγχη
κάρφωσε κάτ’ απ’ τα πλευρά· τον τρύπησε ο μπρούντζος,
και μπρούμυτα έπεσε στη γη, το μέτωπο χτυπώντας.
Ύψωσε τότ’ η Αθηνά τη φονική ασπίδα
ψηλά, από την οροφή, και χάσαν τα μυαλά-τους.
Τρέχανε μέσ’ στο μέγαρο σαν τρομαγμένα βόδια,
που η αλογόμυγα τσιμπά σαν βέλος και τρελαίνει
μιαν ώραν ανοιξιάτικη, που οι μέρες μεγαλώνουν.
Κι όπως τα όρνια με γαμψά τα νύχια και τα ράμφη
έρχονται από τα βουνά και σ’ άλλα πουλιά πέφτουν,
— εκείνα που, στα πεδινά, κάτ’ απ’ τα νέφη βόσκουν —
τους επιτίθενται, κι αυτά κουράγιο πια δεν έχουν
να φύγουν ή να αμυνθούν, και χαίρονται οι άντρες·
έτσι κ’ εκείνοι πέσανε, στη σάλα, στους μνηστήρες,
χτυπώντας-τους ολόγυρα· κι αυτοί βαρυγγομούσαν
με τις σπασμένες κεφαλές· στο δάπεδο έβραζ’ αίμα.

Μα ο Λειώδης άδραξε το γόνυ του Δυσσέα
κ’ εκλιπαρώντας έλεγε με λόγια φτερωμένα:

«Γονυπετής παρακαλώ, λυπήσου-με Δυσσέα!
Σου το δηλώνω: για καμιά γυναίκα στο παλάτι
δεν είπα ούτε έκανα κακό· μα και τους άλλους
μνηστήρες τους εμπόδιζα να κάνουνε ασκήμιες.
Μα δεν τους έπειθα κακά τα χέρια-τους μην κάνουν,
κι απ’ τις ανοησίες-τους φέραν το θάνατό τους.
όμως αν κ’ ήμουν μάντης-τους, κ’ ενώ δεν έχω φταίξει,
νεκρός θα πέσω· στους καλούς ποτέ δεν δίνουν χάρη!»

Και του ’πε αγριοκοιτώντας-τον ο τρίξυπνος Δυσσέας:
«Αν πράγματι ο μάντης-τους, όπως καυχιέσαι, είσαι,
πολλές φορές θα ευχήθηκες εδώ μέσ’ στο παλάτι
ο ευτυχής-μου γυρισμός μακριά απ’ εμέ να μείνει,
μ’ εσέ να πάει η γυναίκα-μου, παιδιά να σου γεννήσει·
άρα το μαύρο θάνατο δεν θα τον αποφύγεις!»

Είπε και ξίφος μάζεψε στο δυνατό-του χέρι
’πο κεί κοντά που ο Αγέλαος το είχε ρίξει χάμω
σαν πέθανε· τον χτύπησε στο μέσον του αυχένα,
κ’ ενώ μιλούσε η κεφαλή, κυλίστηκε στη σκόνη.

Ο βάρδος δε, του Τέρπη ο γιος, διέφευγε το τέλος
— ο Φήμιος — π’ ανάγκαζαν να τραγουδά οι μνηστήρες.
Στεκόταν — και στα χέρια-του μελωδική ’χε λύρα —
κοντά στη θύρα· και στο νου αμφιταλαντευόταν:
να έβγαιν’ απ’ το μέγαρο και στο βωμό του Δία
τον όμορφο να κάθουνταν, εκεί που για θυσία
βοδιών μηρούς ο Οδυσσεύς πολλούς είχε προσφέρει,
ή να ’πεφτε στα γόνατα μπροστά του Οδυσσέα;
Το σκέφτηκε· του φάνηκε καλύτερο πως είναι
να πέσει και να ασπαστεί τα γόνατα του ρήγα.
Κ’ έτσι την κούφια λύρα-του στο χώμα την αφήκε,
ανάμεσα σε κύπελλο και σ’ ασημένιο θρόνο,
κι αυτός έτρεξε κ’ έπιασε το γόνυ του Δυσσέα,
κ’ εκλιπαρώντας έλεγε με λόγια φτερωμένα:

«Γονυπετής παρακαλώ, λυπήσου-με Δυσσέα!
Σ’ εσένα θα ’ρθουν βάσανα το βάρδο άμα σκοτώσεις,
εμένανε, που προς θεούς κι ανθρώπους τραγουδάω.
Εγώ είμ’ αυτοδίδακτος· στο νου-μου μελωδίες
θεός πολλές μ’ ενέπνευσε· και θα σου τραγουδήσω
σαν σε θεό· μα μην ποθείς να μ’ αποκεφαλίσεις.
Και ο Τηλέμαχος ας πει, ο αγαπητός ο γιος-σου,
στον οίκο-σου ακούσια, χωρίς να τ’ επιδιώκω
πως σύχναζα και πως γι’ αυτούς στα δείπνα τραγουδούσα·
μα όντας ισχυρότεροι με φέραν με το ζόρι.»

Έτσ’ είπε, κι ο Τηλέμαχος τον άκουσ’ ο γενναίος,
και του πατέρα-του είπ’ ευθύς, που ήτανε κοντά-του:

«Βάστα, δεν φταίει, μη χτυπάς αυτόν με το σπαθί-σου!
Κι ας σώσουμε το Μέδοντα, τον κήρυκα, που πάντα
με πρόσεχε στο σπίτι-μας, παιδί απ’ όταν ήμουν,
αν ήδη δεν τον σκότωσαν, Φιλοίτιος ή συβώτης,
ή συ, αν σε συνάντησε όλο θυμό ’δώ μέσα.»

Έτσ’ είπε, και τον άκουσε ο συνετός ο Μέδων·
κρυβόταν κάτω από θρονί, και είχε ένα δέρμα
βοδιού στους ώμους νιόγδαρτου, ξεφεύγοντας τη μοίρα.
Αμέσως βγήκε απ’ το θρονί, ξεσκέπασε το δέρμα,
έτρεξε στον Τηλέμαχο, του άδραξε το γόνυ,
κ’ εκλιπαρώντας του ’λεγε με λόγια φτερωμένα:

«Εδώ ’μαι, στάσου φίλε-μου, και πες και στον πατέρα
μη με σκοτώσει, όλ’ οργή, με το σπαθί τ’ οξύ-του,
έτσ’ όπως θύμωσε μ’ αυτούς τους άνδρες που χαλάσαν
τα κτήματα του παλατιού, και ούτ’ εσέ τιμήσαν.»

Κ’ είπε χαμογελώντας-του ο τρίξυπνος Δυσσέας:
«Να έχεις θάρρος, και καθώς σ’ έσωσε τούτος τώρα,
έτσι να βάλεις μέσ’ στο νου, μα να το πεις και σ’ άλλους,
απ’ το κακό καλύτερη πολύ ’ν’ η ευεργεσία.
Απ’ το παλάτι βγαίνοντας, καθίστε προς τη θύρα,
μακριά απ’ το φόνο, στην αυλή, συ κι ο μεγάλος βάρδος,
ωσότου εγώ στο μέγαρο να πράξω ότι πρέπει.»

Έτσ’ είπε, κ’ οι δυο βγήκανε έξ’ από το παλάτι,
και κάθησαν προς το βωμό του Δία του μεγάλου,
τηρώντας εξεταστικά, προσμένοντας το τέλος.
Εξέτασε κι ο Οδυσσεύς το ίδιο-του το σπίτι
μη ζώντας κάποιος κρύβεται, τη μοίρα-του γελώντας.
Μα είδε όλους-τους εκεί, μέσ’ σ’ αίματα και σκόνες,
πεσμένοι που εκείτονταν, σαν ψάρια που ψαράδες
σε παραλία κυκλική της θάλασσας της γκρίζας
με δίχτυα χιλιοτρύπητα τα βγάλαν· κι αυτά όλα
θαλάσσια κύματα ποθούν, μα κείνται πά’ στην άμμο·
κι ο ήλιος λαμπυρίζοντας τους παίρνει την ψυχή-τους·
έτσ’ οι μνηστήρες κείτονταν ο ένας πά’ στον άλλον.
Τότ’ είπε στον Τηλέμαχο ο τρίξυπνος Δυσσέας:

«Πήγαινε την Ευρύκλεια Τηλέμαχε να φέρεις,
τι θέλω κάτι να της πω, που είναι μέσ’ στο νου-μου.»
Έτσ’ είπε, κι ο Τηλέμαχος άκουσε τον πατέρα,
και το πορτί κινώντας-το προς την Ευρύκλεια είπε:

«Σήκω και έλα κατά δω, πολύχρονη γριά-μας,
που γυναικών είσαι φρουρός εδώ μέσ’ στο παλάτι·
έλα! καλεί ο πατέρας-μου, θέλει να σού ’πει κάτι.»

Έτσι λοιπόν της φώναξε· μιλιά δεν είπ’ εκείνη,
μόνο τις θύρες άνοιξε του παλατιού τ’ ωραίου,
κ’ ήρθε· και ο Τηλέμαχος προχώραγε εμπρός-της.
Βρήκε τότε το ρήγα-της με τους νεκρούς εμπρός-του
βαμένον μέσ’ στα αίματα, όπως ένα λιοντάρι
που έρχεται απ’ τους αγρούς κ’ έχει σπαράξει βόδι·
κι ολόκληρο το στήθος-του, τα μάγουλα τριγύρω,
βρίσκονται μέσ’ στα αίματα, κ’ είν’ τρομερό στην όψη·
έτσ’ είχ’ εκειός πιτσιλιστεί στα πόδια και στα χέρια.
Θάμαξε ’κείνη τους νεκρούς και τ’ άφθονο το αίμα,
και να τσιρίξει θέλησε, σαν είδε τ’ όλο έργο·
αλλ’ ο Δυσσεύς την κράτησε πριν να το κάνει ’κείνη,
και φώναξέ την, κ’ είπε-της με λόγια φτερωμένα:

«Χαίρ’ από μέσα-σου γριά, και βάστα, μη φωνάζεις·
ανόσια είν’ η καυχησιά γι’ ανθρώπους σκοτωμένους.
Αυτούς η κρίση φόνευσε θεών, και τ’ άθλια έργα·
γιατί κανέναν άνθρωπο στη γη δεν τον τιμούσαν,
μήτε κακόν, μήτε καλόν — όποιον και να ερχόταν·
γιαυτό κ’ οι αμαρτίες-τους τους έφεραν το τέλος.
Μα έλα τώρα, πες-μου συ, του παλατιού γυναίκες,
ποιες είν’ που με ντροπιάζουνε, και ποιες που είν’ αθώες.»

Και τότες η πανάκριβη του κρένει παραμάνα:
«Λοιπόν εγώ αγόρι-μου, θα σού ’πω την αλήθεια.
Πενήντα μέσ’ στο μέγαρο έχεις εσύ γυναίκες
σκλάβες, που τις διδάξαμε δουλειές για να τις κάνουν,
να ξαίνουνε και το μαλλί, υπάκουες στη δουλεία·
δώδεκα όμως απ’ αυτές ξεδιάντροπες γενήκαν,
ούτε εμένα με τιμούν, ούτε την Πηνελόπη.
Κι ο γιος-σου εμεγάλωνε ως τώρα, κ’ η μητέρα
δεν άφηνε διαταγές να δίνει στις γυναίκες.
Μα τώρα ’γώ θα ανέβω κει, στους στραφτερούς κοιτώνες
στη σύζυγό σου για να πω, που ύπνο θεός της δίνει.»

Και γύρισ’ ο πολύβουλος Δυσσέας και της είπε:
«Ακόμα μην τηνε ξυπνάς· πες μόνο στις γυναίκες
να ’ρθούν, κείνες που πρότερα ντροπής πράματα κάναν.»

Έτσ’ είπε, κι απ’ την αίθουσα βγήκ’ η γριά και πήγε
νέα να πει των γυναικών, για να κινήσουν να ’ρθουν.
Κι αυτός προς τον Τηλέμαχο, βουκόλο και συβώτη,
τους είπ’ αφού τους φώναξε, με φτερωμένα λόγια:

«Βγάλτ’ έξω τώρα τους νεκρούς, και πείτε στις γυναίκες
μετά τα όμορφα θρονιά, όπως και τα τραπέζια,
να καθαρίσουν με νερό, με τρυπητά σφουγγάρια.
Κι αφού όλο το μέγαρο το κάνετε να λάμψει,
τις δούλες να τις βγάλετε απ’ το γερό παλάτι,
κι ανάμεσα στο θολοτό και στης αυλής το φράχτη
χτυπήστε-τις με κοφτερά ξίφη ώσπου απ’ όλες
να πάρετέ τους τις ψυχές, κ’ έρωτες να ξεχάσουν,
με τους μνηστήρες που ’καναν κρυφά σαν συναντιόνταν.»

Έτσ’ είπε· και κατέφτασε των γυναικών η ομάδα,
οικτρά θρηνώντας κι άφθονα τα δάκρυα σκορπώντας.
Πρώτα λοιπόν μετέφεραν αυτούς που ’χαν πεθάνει,
και στην αυλή τους έβαλαν, με τον ωραίο φράχτη,
έναν με άλλον αντικρύ· τις πρόσταζ’ ο Δυσσέας
βιάζοντάς τες ο ίδιος-του, κι εκείνες υπακούγαν.
Μετά, τα όμορφα θρονιά, μαζί και τα τραπέζια,
τα καθαρίσαν με νερό, με τρυπητά σφουγγάρια.
Κατόπιν οι Τηλέμαχος, βουκόλος, και συβώτης,
γερά ξύσαν το δάπεδο του μέγαρου με τσάπες,
κ’ οι σκλάβες μεταφέρανε τους ρύπους προς την πόρτα.
Αφού λοιπόν το μέγαρο όλο το καθαρίσαν,
τις σκλάβες βγάζοντας εκτός του στιβαρού μεγάρου,
ανάμεσα στο θολοτό και στης αυλής το φράχτη,
σ’ ένα στενό τις μάζεψαν, όπου φυγή δεν είχαν.
Κι ο συνετός Τηλέμαχος άρχισε να τους λέει:

«Ας μην τις πάρω την ψυχή μ’ αγνό θάνατο τώρα,
αυτών που στο κεφάλι-μου τόσες ντροπές μου φέραν,
και στη μητέρα-μου καθώς πλαγιάζαν με μνηστήρες.»

Είπε, και καραβιού σκοινί, με σκούρη μπλε την πλώρη,
σε μέγα στύλο έδεσε κι ολόγυρα στο θόλο,
και τέντωσε, ώστε καμιά πόδια στη γη μη φτάνει.
Κι όπως αγριοπερίστερα, ή μακρυφτέρες τσίχλες
μέσ’ σε παγίδα πέφτουνε, που ’χει στηθεί σε θάμνο,
κι ενώ πηγαίνουν στη φωλιά τις δέχετ’ άθλια στέγη,
έτσι κ’ εκείνες στη σειρά, γύρ’ από τους λαιμούς-τους
είχαν θηλειές ώστ’ έτσι δα οικτρότατα να σβήσουν.
Πάλαιψαν με τα πόδια-τους, όχι πολύ, μα λίγο.

Κ’ έβγαλαν τον Μελάνθιο απ’ της αυλής την πόρτα·
και μύτη του ’κοψαν κι αυτιά, μ’ αλύπητο μαχαίρι,
τη φύση-του ξερρίζωσαν, σκυλιά ωμή να φάνε,
και χέρια-πόδια του ’κοψαν, στο μένος της ψυχής-τους.

Μετά πήγαν και πλύνανε τα χέρια-τους, τα πόδια,
ερχόμενοι στο μέγαρο, και τέλειωσε το έργο·
τότ’ ο Δυσσέας μίλησε στη φίλη παραμάνα:
«Άμε γριά, φέρε φωτιά, και θειάφι που εξαγνίζει·
φροντίζω ’γώ το μέγαρο· εσύ την Πηνελόπη
ρώτα να ’ρθεί εδώ μαζί με τις υπηρεσίες·
ας έρθουν όλες, πρόσταξε, του παλατιού οι δούλες.»

Σ’ απάντηση η πανάκριβη του κρένει η παραμάνα:
«Ε ναι λοιπόν, παιδί-μου αυτά πολύ σωστά τα είπες.
Όμως ας φέρω ρούχα εγώ, χιτώνα, και μια χλαίνη.
Χωρίς κουρέλια σκεπαστός πά’ στους πλατιούς-σου ώμους
ας είσαι μέσ’ στο μέγαρο· δεν θα ’ταν αυτό πρέπον.»

Ρητά τότε της μίλησε ο συνετός Δυσσέας:
«Η πρώτη χρεία ’ναι φωτιά να γίνει στο παλάτι.»

σαν το ’πε αυτό, αντίλογο η Ευρύκλεια δεν είχε.
Φωτιά και θειάφι του ’φερε· και τότες ο Δυσσέας
ολάκερη τη θειάφισε τη σάλα ως την αυλή-της.
Υστερ’ ανέβηκ’ η γριά στα δώματα του ρήγα
νέα να πει των γυναικών, να τις ζητήσει να ’ρθουν·
τότε κι αυτές κατέβηκαν με το δαδί στα χέρια·
ασπάζονταν το ρήγα-τους, ολόγυρά του όντας,
λατρευτικά φιλώντας-του τους ώμους, το κεφάλι,
ή και τα χέρια πιάνοντας· κι εκείνου γλυκά του ’ρθε
σαν για να κλάψει με λυγμούς· γιατί τις γνώριζ’ όλες.

The votes have been cast…

 

Has The Greek Bank Run Started?

By Tyler Durden

Created 05/15/2012 – 11:36

While the long-term decline in bank deposits over the past 3 years has been well documented both on Zero Hedge and elsewhere, it is the most recent, acute post-election phase that has not gotten much coverage. Minutes ago Bloomberg sent out a notice that things in Greece may be on the verge of the final collapse. From Bloomberg: “Anxious Greeks have withdrawn as much as 700 million euros ($893 million) from the nation’s banks since the inconclusive May 6 election, President Karolos Papoulias told party leaders yesterday, according to a transcript of the meeting posted on the presidency’s website today. Papoulias said he got the information from the head of the Bank of Greece, the central bank, George Provopoulos, according to the transcript.” While this was likely a negotiation talking point to facilitate the formation of the government, the reality as we now know is that there has been NO government formed, which now means that the bank run will only get worse. Needless to say, a Greek banking system which is now virtually shut out of any external funding except for the ELA, where it has a few billions euros in access left, will be unable to deal with hundreds of millions in deposit outflows.

This may be the beginning of the end for Greece, just as Buiter and later JPM warned over the weekend.

And courtesy of Russian_market, here is a picture of the first Greek ATM lines: